Του Στράτου Βαλτινού
Οι ανίκανοι άνθρωποι, κυρίως εκείνοι που έχουν θέσεις ευθύνης, συχνά καταφεύγουν στην σιωπή για να κρύβουν την ανεπάρκειά τους. Κλασική περίπτωση ανικανότητας στην διαχείριση των πολλών και κρίσιμων φακέλων της εξωτερικής πολιτικής της χώρας είναι η -μόνιμη- υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου. Τα όσα είπε και κυρίως, όσα δεν είπε, σε μια ερώτηση βουλευτή της Νίκης (που είναι άραγε η Αριστερά;) για το αλυτρωτικό περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων της Βόρειας Μακεδονίας, συνιστούν ντροπή για τη χώρα, για την εξωτερική πολιτική, για την ίδια την Παπαδοπούλου. Σαν να βρίσκονταν σε λήθαργο, αποστασιοποιημένη πλήρως από το τι σημαίνει υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.
Ταυτόχρονα αναδείχθηκε και το μείζον πρόβλημα, ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι πολιτικά νεκρή επί επτά χρόνια, με την κυβέρνηση να είναι όμηρος της ακροδεξιάς της πτέρυγας, αλλά η χώρα να μην μπορεί να αξιοποιήσει το μεγάλο διπλωματικό κεφάλαιο που κληρονόμησε από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο για τις διμερείς σχέσεις με τη Βόρεια Μακεδονία, αλλά για όλα τα βαλκάνια.
Αν και ακροδεξιός, ο βουλευτής Ρούντας επικαλείται την “προδοτική” Συμφωνία των Πρεσπών για να καταγγείλει την κυβέρνηση που δεν απαιτεί την απόσυρση των αλυτρωτικών αναφορών από τα σχολικά βιβλία της Βόρειας Μακεδονίας, όπως προβλέπει η Συμφωνία. Ως προς τον διάλογο που επίσης προβλέπει η Συμφωνία, για τα εμπορικά σήματα, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση επί επτά χρόνια. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος, σαν να σταμάτησε να έχει εξωτερική πολιτική η Ελλάδα στα βαλκάνια. Επί επτά χρόνια η κυβέρνηση αρνείται να απαιτήσει τα αυτονόητα για την εφαρμογή των προβλέψεων της Συμφωνίας.
Η Παπαδοπούλου με μια νεφελώδη τοποθέτηση στην βουλή, δεν απάντησε γιατί δεν αποσύρονται οι αλυτρωτικές αναφορές από τα σχολικά βιβλία. Απέφυγε να πει πόσες φορές έχει τεθεί το ζήτημα, τι απαντήσεις πήρε και ποια είναι κατάσταση σήμερα ως προς την εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Η Συμφωνία όμως είναι ουσιαστικά παγωμένη και έτσι προσφέρει ζωτικό χώρο σε κάθε είδους αρνητές της να την υπονομεύουν. Η ΝΔ που εκλιπαρούσε την διεθνή κοινότητα να υπάρξει μια συμφωνία με σύνθετη ονομασία και γεωγραφικό προσδιορισμό , τώρα την έχει παγώσει επειδή η συγχώνευσή της με τμήματα της ακροδεξιάς την απειλούν με ρήξη. Το κόμμα πάνω από την Ελλάδα, όπως πάντα.
Η υφυπουργός στην πρώτη της απάντηση απλά περιέγραψε το πλαίσιο που προβλέπεται από την Συμφωνία των Πρεσπών. Ότι δηλαδή υφίσταται η Μικτή Διεπιστημονική Επιτροπή Εμπειρογνώμων για τα ιστορικά, αρχαιολογικά και εκπαιδευτικά θέματα. Έργο της είναι να εξετάσει και να προτείνει την αναθεώρηση οιωνδήποτε σχολικών εγχειριδίων και βοηθητικού σχολικού υλικού που χρησιμοποιείται στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της γειτονικής χώρας, όπως χάρτες, άτλαντες, οδηγοί διδασκαλίας, σύμφωνα με τις αρχές της UNESCO και του Συμβουλίου της Ευρώπης, ώστε να απαλειφθούν στοιχεία αναθεωρητισμού και αλυτρωτισμού”.
Εμμένοντας στην αοριστολογία και τις γενικεύσεις, η Παπαδοπούλου είπε ότι “σε ό,τι αφορά τα συγκεκριμένα ερωτήματα που τίθενται, η ελληνική πλευρά ζητά την αφαίρεση των διατυπώσεων που έχουν αναθεωρητικό ή αλυτρωτικό χαρακτήρα από τα σχολικά βιβλία που διδάσκονται στη γειτονική χώρα και αναμένει την ανταπόκριση της άλλης πλευράς, με την επισήμανση ότι η χρήση λανθασμένης ορολογίας εν προκειμένω, παραβιάζει όχι απλά τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και το ίδιο το Σύνταγμα της Βόρειας Μακεδονίας, της οποίας αποτελεί τμήμα του. Αυτό ασφαλώς αφορά και το συγκεκριμένο βιβλίο...”.
Από την δεύτερη απάντηση της Παπαδοπούλου, προκύπτει ότι τίποτα δεν λειτουργεί στο ΥΠΕΞ και τίποτα δεν κινείται για την υπεράσπιση της Συμφωνίας, παρά το γεγονός ότι και η ίδια όπως και ο ακροδεξιός Ρούντας, παραδέχονται ότι η Συμφωνία διαχωρίζει απόλυτα την αρχαία με την σύγχρονη Μακεδονία και τον Μέγα Αλέξανδρο . Η υφυπουργός είπε ότι η τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων συνεδρίασε την τελευταία φορά τον Μάιο του 2026 στην Αθήνα, αλλά αρνήθηκε να πει οτιδήποτε λέγοντας ότι οι εργασίες της Επιτροπής, περιλαμβανομένων των Πρακτικών της, διέπονται από εμπιστευτικότητα.
Είναι μια απάντηση που ντροπιάζει την κυβέρνηση και την ίδια, γιατί κανείς δεν ζήτησε να δώσει στη δημοσιότητα τα πρακτικά (αν και πρόκειται περί γελοιότητας η επίκληση της εμπιστευτικότητας), αλλά να πει ως έχει υποχρέωση στη βουλή, ποιες είναι οι πολιτικές θέσεις της κυβέρνησης και τι απαντήσεις πήρε, που βρίσκεται ο διμερής διάλογος, τι γίνεται με τα εμπορικά σήματα, τι γίνεται με το πλήθος αλλαγών που απαιτούνται από την Συμφωνία των Πρεσπών. Αυτά δεν διέπονται από καμία εμπιστευτικότητα, αλλά η επίκληση της γίνεται για να μην αποκαλυφθεί η ανεπάρκεια και η αδιαφορία της κυβέρνησης. Πόσο μάλλον, να επικαλείται την εμπιστευτικότητα εντός της βουλής.
Η Παπαδοπούλου αρκέστηκε να πει ότι το ελληνικό τμήμα της Μεικτής Διεπιστημονικής Επιτροπής καταγράφει και αναδεικνύει κατά τις συνεδριάσεις της, κάθε σημείο στα σχολικά εγχειρίδια της Βόρειας Μακεδονίας, που παραβιάζει την ορθή ονομασία της χώρας, όσο και την ορθή καταγραφή και απεικόνιση ιστορικών γεγονότων και προσωπικοτήτων. Επίσης, ότι στα Πρακτικά κάθε συνεδρίασης καταγράφεται η δέσμευση και των δύο πλευρών για την εφαρμογή των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί. Τότε γιατί δεν εφαρμόζονται;
Πέραν αυτών, οι υποχρεώσεις κάθε χώρας, περιέχονται στην ίδια την Συμφωνία. Αυτό που απουσιάζει είναι η αίσθηση ευθύνης και η βούληση να εφαρμοστεί στην πράξη μια Συμφωνία που απάλλαξε με θετικό τρόπο την Ελλάδα από ένα σοβαρό και διαχρονικό πρόβλημα, ώστε να μπορεί σήμερα ο Μητσοτάκης και η Παπαδοπούλου να μιλάνε εκ του ασφαλούς και να χλευάζουν την κοινή γνώμη, με την Συμφωνία των Πρεσπών στο ψυγείο. Φυσικά όλα αυτά η Ελλάδα θα τα βρει μπροστά της, αλλά αυτό δεν αφορά τις ευαισθησίες της Παπαδοπούλου, που βρίσκεται στη θέση αυτή, μόνο και μόνο λόγω των στενών σχέσεών της με την οικογένεια Μητσοτάκη. Τις συνέπειες τις βιώνει η Ελλάδα....
