Του Στράτου Βαλτινού
Η διαγραφή του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου και η παραίτησή του από το βουλευτικό αξίωμα, αποτελούν το τελευταίο επεισόδιο μιας μακροχρόνιας κρίσης που συνεχίζει να κυριαρχεί στο ΠΑΣΟΚ. Από το 2010 μέχρι σήμερα, το άλλοτε κραταιό κόμμα των Α. Παπανδρέου και Κ. Σημίτη βιώνει τις συνέπειες της πολιτικής και ιδεολογικής μετάλλαξής του, χωρίς να διαφαίνεται προοπτική ουσιαστικής ανάκαμψης.
Σήμερα, υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη και ένα πλήθος δελφίνων και παραγόντων που του πριονίζει την καρέκλα, το ΠΑΣΟΚ μοιάζει με οργανισμό που έχει ανάγκη από ριζοσπαστική αναδιάρθρωση και όχι από φθηνούς τακτικισμούς που συνεχίζουν να διαβρώνουν την πολιτική του ύπαρξη. Υπό αυτή την οπτική, το συνέδριο σε περίπου 40 ημέρες, αντί να γίνει ένα νέο εφαλτήριο ανάκαμψης, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα μετατραπεί σε αρένα από την οποία όλοι θα αποχωρήσουν με τραύματα. Πολιτικά, ιδεολογικά και προσωπικά, καθώς οι προσωπικές στρατηγικές πολλών θα τους οδηγήσουν σε μια κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.
Πολλοί καταγγέλλουν τον Νίκο Ανδρουλάκη ότι δεν μπορεί να οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, δεν έχει τον σωστό προσανατολισμό ως προς την πολιτική συμμαχιών, δεν είναι επαρκής για να εκφράσει τις κοινωνικές και πολιτικές ανάγκες, δεν διαθέτει καλό επιτελείο κλπ κλπ. Κανένας από τους επικριτές του, δεν έχει παρουσιάσει μια διακήρυξη που να σπάει τα αίτια της κρίσης, που να προσελκύσει την κοινωνία, τη νέα γενιά που να κάνει τη διαφορά σε σχέση με την σημερινή εικόνα.
Το ΠΑΣΟΚ, όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ που “συνέλεξε” τους ψηφοφόρους του, οδηγήθηκαν σε πολλαπλές κρίσεις, όχι γιατί δεν είχαν πολιτική συμμαχιών, αλλά γιατί ενσωματώθηκαν, κυρίως το ΠΑΣΟΚ , σταδιακά στο νεοφιλελευθερισμό εγκαταλείποντας τις ιδρυτικές τους διακηρύξεις και σπάζοντας τις σχέσεις με μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Η οκτατετία Σημίτη, η διετία του Γιώργου Παπανδρέου και η προσφυγή στο ΔΝΤ και το μνημόνιο, το βατερλό της προεδρίας Βενιζέλου και τώρα η ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη, δεν έχουν καταφέρει να επανασυνδεθούν με τις κοινωνικές δυνάμεις που εξέφραζαν και που πίστεψαν στις διακηρύξεις του. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η κρίση εμπιστοσύνης οδήγησε σε διαλυτική κρίση και τον ΣΥΡΙΖΑ.
Τι θέλει σήμερα ο ελληνικός λαός; βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, ενίσχυση της αγοραστικής αξίας, Εθνικό Σύστημα Υγείας και δημόσια δωρεάν παιδεία, ασφαλιστικό σύστημα που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του,, συγκοινωνίες και υποδομές. Η ακρίβεια δεν οφείλεται απλά στους πολέμους, αλλά και στις ιδιωτικοποιήσεις που μίκρυναν στα όρια της ύπαρξής του το κράτος. Η βαβέλ στις συγκοινωνίες οφείλεται στις διαλυτικές τάσεις που σχεδιάζει η κυβέρνηση της ΝΔ για να ωφελήσει ιδιώτες. Το ίδιο ισχύει για το ρεύμα, το νερό, και τον ρόλο του κράτους.
Όλα αυτά ναι μεν συμπυκνώνονται σε μια ψήφο που έχει ο πολίτης, ωστόσο είναι προφανές ότι οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ , όπως και του ΣΥΡΙΖΑ λιγότερο, δεν έχουν ως στόχο την επαναφορά ενός κράτους ισχυρού και κοινωνικά δίκαιου, αλά την διαχείριση του αγοραίου νεοφιλελευθερισμού της ΝΔ. Κανείς , λίγο άρχισε να το λέει σταδιακά η Αριστερά ότι χωρίς ισχυρό κοινωνικό κράτος και ουσιαστικές αλλαγές στην αξιοποίηση των πόρων της χώρας, δεν πρόκειται να υπάρξει αλλαγή προς το καλύτερο. Και βέβαια, όλα αυτά πρέπει να τα εκφράζει μια πειστική ηγεσία, που θα κερδίσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, το ΠΑΣΟΚ θα συνεχίσει να βουλιάζει σε κύκλους κρίσεων, σε προσωπικούς τακτικισμούς των στελεχών του, ενώ θα γίνει αφόρητη η πίεση, τόσο από τον Τσίπρα, όσο και από τη ΝΔ για την πολιτική συμμαχιών.
Κατά συνέπεια, το ΠΑΣΟΚ δεν βιώνει μια νέα κρίση, αλλά μια διαρκή κρίση που έχει καταστεί αφόρητη κανονικότητα. Ένα κόμμα υπό πίεση δύο επιλογές έχει. Ή υποκύπτει και συμπιέζεται μέχρι τέλους. Ή εξεγείρεται και διεκδικεί ζωτικό χώρο με νέες ιδέες, προτάσεις, πρόσωπα και πολιτικούς αγώνες.
Οι αποφάσεις δικές του...
