Του Σωτήρη Σιδέρη
Η κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ -ΕΕ και η αναζήτηση μιας νέας στρατηγικής, οικονομικής και γεωπολιτικής, οδηγεί τις μεγάλες χώρες της Ευρώπης σε νέο λάθος. Αντί να ανακατευθύνουν την Ευρώπη προς μια νέα ταυτότητα, πιο ενοποιητική, αναπτυξιακή και κοινωνική, την ωθούν προς την στρατιωτικοποίηση και σε μια ΕΕ δύο ταχυτήτων, που είναι θέμα χρόνου να θεσμοθετηθεί. Η Ελλάδα δεν υπάρχει σε κανένα διαπραγματευτικό τραπέζι. Όσο κυβερνά ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα αναζητά προστάτες ή απλά θα υπακούει στα κελεύσματα του Βερολίνου κατά κύριο λόγο.
Κανείς στην ΕΕ δεν εξηγεί στα 500 εκατομμύρια των Ευρωπαίων πολιτών γιατί η ΕΕ των δύο ταχυτήτων θα ενισχύσει την οικονομία ή γιατί θα βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα, το κοινωνικό κράτος για το οποίο κανείς δεν νοιάζεται κλπ. Πίσω από την ΕΕ των δύο ταχυτήτων, έρχεται με ταχύτητα και η κατάργηση του βέτο. Που είναι ζήτημα μεγάλης σημασίας για την Ελλάδα. Τι απομένει από το όραμα της ισχυρής και ενωμένης Ευρώπης; ένας καπιταλισμός -καζίνο, με τρομερές ανισότητες, φτώχεια και άγρια εκμετάλλευση πόρων, ενώ η περιβαλλοντική καταστροφή συνεχίζεται. Η κρίση με τις ΗΠΑ και η νέα ΕΕ, είναι η συνταγή επιτάχυνσης της αποσύνθεσης..
Έχουν περάσει αρκετές εβδομάδες από την ενεργοποίηση της Γερμανίας προς την ΕΕ των δύο ταχυτήτων. Η κρίση που η ίδια η Γερμανία βιώνει, γίνεται κινητήριος δύναμη για μια εσωτερική αναδιάρθρωση και επανατοποθέτηση των κρατών -μελών της ΕΕ σε έναν νέο χάρτη, όπου το Βερολίνο θα συνεχίσει να διατηρεί τα ηνία. Έτσι λοιπόν ακούμε διάφορες πομπώδεις διακηρύξεις του τύπου ότι η ΕΕ δύο ταχυτήτων θα έχει ως προτεραιότητα την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της έναντι των ΗΠΑ και Κίνας, υπό το φως των τρεχουσών γεωπολιτικών και γεωοικονομικών εξελίξεων. Αυτό ήταν και το πνεύμα της συνόδου κορυφής και όπως είπαμε ακολουθεί η εξαέρωση του βέτο.
Σύμφωνα με τη DW “η βασική ιδέα είναι ότι το «μπλοκ» πρέπει να προχωρήσει άμεσα σε συγκεκριμένες δράσεις, χωρίς πλέον να περιμένει την απαιτούμενη ομοφωνία που θέτει εδώ και καιρό «εμπόδια» στην υλοποίησή τους, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την Ένωση Κεφαλαιαγορών.
Κατά τη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) η Γερμανία ζήτησε να παρουσιάσει την πρωτοβουλία της για τη δημιουργία μόνιμης ομάδας εργασίας αποτελούμενη από τις έξι μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πολωνία και Ολλανδία), οι οποίες, σύμφωνα με το Βερολίνο, μπορούν να παίξουν «ηγετικό» ρόλο σε σειρά οικονομικών μεταρρυθμίσεων εντός της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Η πρωτοβουλία για τον σχηματισμό αυτής της ομάδας ανήκει στον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, που πρόσφατα δήλωσε ότι «ήρθε η ώρα για την Ευρώπη δύο ταχυτήτων».
Όπως γίνεται αντιληπτό η ΕΕ οδηγείται ταχύτητα στη δημιουργία νέων ρηγμάτων στο εσωτερικό της , γιατί είναι προφανές ότι η Ομάδα των Έξι, δεν θα κάνει τίποτα άλλο από τα διασφαλίσει τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων και για να το πετύχει αυτό, απαιτείται η συμπίεση των συμφερόντων των μικρότερων χωρών.
Κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι το γεγονός ότι η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έτρεξε να στηρίξει άμεσα την ΕΕ των δύο ταχυτήτων , κατά προφανή παράβαση του θεσμικού της ρόλου. Και μάλιστα επισημαίνεται η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν “στήριξε την ιδέα της «Ευρώπης δύο ταχυτήτων», που προωθούν εσχάτως Βερολίνο και Παρίσι, καθώς στοχεύει στην προώθηση μεταρρυθμίσεων παρακάμπτοντας την απαίτηση για ομοφωνία και προκρίνοντας τη λογική της «ενισχυμένης συνεργασίας», όπως προβλέπεται από τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, με τη συμμετοχή τουλάχιστον εννέα κρατών μελών.
Επομένως, ο πυρήνας των «6» μπορεί να αποτελέσει τη βάση στην οποία, εάν το επιθυμούν, μπορούν να μπουν και άλλες χώρες ή τουλάχιστον τρεις, ώστε να προχωρήσει το εγχείρημα.
Κανείς δεν γνωρίζει τίποτα στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση δεν έχει καταθέσει καμία σχετική πρόταση, ούτε στην ΕΕ, ούτε έχει προκαλέσει κάποια συζήτηση στη βουλή. Δεν έχει αναλάβει καμία πρωτοβουλία ούτε προς τις έξι χώρες που θα συντονίσουν το μέτωπο των δύο ταχυτήτων, ούτε προς άλλες χώρες προκειμένου να διαβουλευθεί σχετικά με τις θέσεις που θα αναπτύξουν, υπέρ ή κατά.
Δηλαδή δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στον εθνικό ορίζοντα για ένα μείζον ζήτημα που θα επηρεάσει την πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας, αν δεν την αλλάξει, προς το χειρότερο εννοείται, όσο η ΕΕ μετατρέπεται σε καρτελ ολιγαρχικών και κρατικών συμφερόντων λίγων χωρών.
