Του Σωτήρη Σιδέρη
Η αναφορά στα συμπεράσματα της συνόδου κορυφής της ΕΕ για το τουρκολιβυκό σύμφωνο ότι “παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το δίκαιο της θάλασσας και δεν μπορεί να παραγάγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη”, κάθε άλλο παρά ανησύχησε την Λιβύη. H αδυναμία πρακτικής παρέμβασης της ΕΕ είναι εμφανής. Η πληροφορία, ότι επίκειται η ψήφιση του συμφώνου και από το κοινοβούλιο που ελέγχει ο Χάφταρ , αλλά και η διαρκής επίθεση κατά της Αθήνας, έχουν προκαλέσει ένταση που δεν υποχωρεί, αντίθετα, κλιμακώνεται.
Με συνδυασμένες κινήσεις, τόσο η Άγκυρα, όσο και τα δύο κέντρα εξουσίας της Λιβύης, ενώθηκαν έναντι της Ελλάδας και αυτή είναι μεγάλη αλλαγή εις βάρος της χώρας μας. Υπό αυτό το πρίσμα, προκαλεί διλήμματα και προβληματισμό η ατζέντα της επίσκεψης του Έλληνα ΥΠΕΞ Γ. Γεραπετρίτη στην Τρίπολη και την Βεγγάζη, πιθανόν στις 6 Ιουλίου. Αν ο Έλληνας ΥΠΕΞ δεν έχει σχεδιάσει καλά το ταξίδι του, αν δεν έχει κάποιο σχέδιο πρωτοβουλιών, όπως π.χ. μια πρόταση για παραπομπή στη Χάγη, τότε το ταξίδι του μπορεί να εξελιχθεί και σε προσωπική ταπείνωση και απολύτως αρνητικό για τη χώρα.
Οι έρευνες που ανακοίνωσε η Λιβύη εμπλέκουν και την Αίγυπτο και είναι προφανές ότι η αναστάτωση που επέρχεται πρέπει να ελεγχθεί με τη βοήθεια και των ΗΠΑ και διεθνών οργανισμών, όπως η ΕΕ και ο ΟΗΕ. Αν και οι ΗΠΑ κινούνται σε εντελώς νέο μήκος κύματος , σύμφωνα με τις διαθέσεις του Τραμπ, είναι εύλογο ότι οι χώρες της Ανατολικής Μεσόγειοι δεν θα ανεχθούν τις προκλήσεις της Τουρκίας και της Λιβύης. Εκ των πραγμάτων, η ελληνική κυβέρνηση, η Αίγυπτος και η Μάλτα -που έχει μεγάλο πρόβλημα λόγω του αυθαίρετου κλεισίματος του κόλπου της Σύρτης- μπορούν να συντονιστούν και αντιδράσουν, σύροντας την ΕΕ στην περιοχή. Η ύπατη εκπρόσωπος για την Εξωτερική Πολιτική της ΕΕ Κάγια Κάλας είναι πρόθυμη να ξενυχτήσει στις βαλτικές χώρες και εναντίον της Ρωσίας, είναι όμως άκρως αμφιλεγόμενη η στάση της σε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που και φλέγοντα είναι και απειλούν τη σταθερότητα στην περιοχή.
Δύο είναι οι προτάσεις που μπορεί να καταθέσει η Ελλάδα:
1. Πραγματοποίηση διεθνούς διάσκεψης με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων χωρών, ώστε να επιχειρηθεί η διευθέτηση των προβλημάτων μέσω διαλόγου και με τη συνδρομή ειδικών επιστημόνων και του ΟΗΕ.
2. Η προσφυγή από κοινού στη Χάγη ώστε να αποφασίσει το Δικαστήριο τα όρια των ΑΟΖ . Το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει σε πολύ μεγάλο βαθμό το τουρκολιβυκό σύμφωνο και μόνο εκεί μπορεί να αποδειχθεί ότι “ δεν παράγει έννομες συνέπειες για τα κράτη”
3. Ορισμός επιτροπών εμπειρογνωμόνων από τις κυβερνήσεις Ελλάδας και Λιβύης ώστε να συζητήσουν τεχνικά θέματα και να προτείνουν λύσεις οριοθέτησης. Εννοείται ότι τα όρια συμβιβασμών για την Ελλάδα είναι μικρά, δεδομένης της άρνησης της Λιβύης να δεχθεί επήρεια της Γαύδου ή και της Κρήτης, ωστόσο είναι η μόνη λύση αυτή την στιγμή.
Υπό αυτή την οπτική, απαιτείται πάνω απ όλα σχέδιο και πρωτοβουλίες της Αθήνας. Ωστόσο η κυβέρνηση είναι εγκλωβισμένη σε ένα νέο σκάνδαλο, αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν δείχνει ιδιαίτερη διάθεση να κινηθεί πέρα από τα σύνορα της επικοινωνιακής πολιτικής.
Ο εφησυχασμός που επιδεικνύει το ΥΠΕΞ και το Μέγαρο Μαξίμου στα συμπεράσματα της συνόδου κορυφής της ΕΕ, είναι εκτός πολιτικής λογικής και φυσικά δεν παράγει αποτελέσματα.
Υπό αυτό το πρίσμα , αν δεν αναληφθούν τώρα πρωτοβουλίες εκτόνωσης, διαλόγου και εμπλοκή της ΕΕ, αργότερα θα είναι πολύ δύσκολο. Για τους λόγους αυτούς, η επίσκεψη του Έλληνα ΥΠΕΞ μπορεί να δώσει έναν διάδρομο διεξόδου, ή να περιπλέξει το πρόβλημα ακόμη περισσότερο.
